Creative Commons License
Είναι ελεύθερη: για Διανομή: για αναπαραγωγή, διανομή, παρουσίαση στο κοινό του Έργου. Υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις >>>
ΚΛΙΜΑ ΓΙΑ ΑΛΛΑΓΗ (του Ούλριχ Μπεκ) ('Α Μέρος) Εκτύπωση E-mail

climate changeΜε αφορμή το θάνατο του Ούλριχ Μπεκ την 1η Γενάρη 2015 αναδημοσιεύουμε το άρθρο του "Κλίμα για αλλαγή ή Πώς να δημιουργήσουμε μια “πράσινη” νεωτερικότητα ".
Ούλριχ Μπεκ
~ (Επιθεώρηση «Θεωρία,  Πολιτισμός & Κοινωνία»)
Σύνοψη
Μέχρι σήμερα, ο διάλογος που αφορά στην κλιματική πολιτική είναι ένας διάλογος μεταξύ των ειδικών ή της διανοητικής ελίτ, στον οποίο λαοί, κοινωνίες, πολίτες, εργαζόμενοι, ψηφοφόροι και τα συμφέροντά τους, οι απόψεις τους και οι φωνές τους, σε μεγάλο βαθμό, δεν λαμβάνονται υπόψη. Για να αλλάξει ριζικά, λοιπόν, η πολιτική για την κλιματική αλλαγή, πρέπει να λάβουμε υπόψη την κοινωνιολογία. Υπάρχει στο βάθος μια σημαντική προϋπόθεση, η οποία συμβάλλει στη γενικότερη άγνοια των περιβαλλοντολογικών θεμάτων και, παραδόξως, είναι ενσωματωμένη στην εξειδίκευση της ίδιας της περιβαλλοντολογικής κοινωνιολογίας – αυτή ανήκει στην κατηγορία «Το περιβάλλον».

Εάν το «περιβάλλον» περιλαμβάνει μοναχά ο,τιδήποτε δεν είναι άνθρωπος και κοινωνία, τότε η ονομασία είναι κοινωνιολογικά κενή νοήματος. Εάν συμπεριλαμβάνει τη δράση του ανθρώπου και την κοινωνία, τότε είναι επιστημονικά εσφαλμένη και πολιτικά αυτοκαταστροφική.

Ι
Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα άμεσα και χωρίς περιστροφές: Γιατί δεν υπάρχει καμιά κατάληψη της Βαστίλλης, γιατί δεν υπάρχει κανένας Κόκκινος Οκτώβρης της οικολογίας για την περιβαλλοντολογική καταστροφή που απειλεί την ανθρωπότητα; Γιατί τα πιο πιεστικά προβλήματα της εποχής μας – η αλλαγή του κλίματος και η οικολογική κρίση – δεν αντιμετωπίζονται με την ίδια ζέση και ενέργεια, με την ίδια αισιοδοξία, τα ιδανικά και το προοδευτικό δημοκρατικό πνεύμα, όπως συνέβη στο παρελθόν σε τραγωδίες φτώχειας, τυραννίας και πολέμου; Αυτά είναι τα ερωτήματά μου και θα τα αναπτύξω σε οκτώ θέσεις.

Θέση πρώτη: Ο διάλογος που αφορά στην κλιματική πολιτική είναι ένας διάλογος μεταξύ των ειδικών ή της διανοητικής ελίτ, στον οποίο λαοί, κοινωνίες, πολίτες, εργαζόμενοι, ψηφοφόροι και τα συμφέροντά τους, οι απόψεις τους και οι φωνές τους, σε μεγάλο βαθμό, δεν λαμβάνονται υπόψη. Για να αλλάξει ριζικά, λοιπόν, η πολιτική για την κλιματική αλλαγή, πρέπει να λάβουμε υπόψη την κοινωνιολογία.

Επί σειρά ετών, οι επιστήμονες που ασχολούνται με το κλίμα παρουσίαζαν σοβαρότατους λόγους ως προς το γιατί η υπερθέρμανση του πλανήτη θα έπρεπε, επιτέλους, να αντιμετωπιστεί με αποφασιστική δράση. Το 2007, ο Βρεταννός ακαδημαϊκός, Νίκολας Στερν (N.H.Stern), πρόσθεσε το κομμάτι που έλειπε στην οικονομική επιχειρηματολογία. Το κόστος της ανάληψης μέτρων κατά του φαινομένου του Θερμοκηπίου είναι συγκριτικά μικρότερο σήμερα, υποστήριξε, από το κόστος του να μην κάνουμε τίποτα.
Στο μέλλον, η απραγία θα στερούσε από την παγκόσμια οικονομία το 20% της απόδοσής της ετησίως. Επομένως, η νέα λογική βάση είναι ότι αυτό που ο κόσμος θα επενδύσει στην προστασία του κλίματος θα ανταποδώσει σύνθετους τόκους στο μέλλον. Πάνω σε αυτήν, ο Βρεταννός κοινωνιολόγος, Άντονυ Γκίντενς (Anthony Giddens), έρχεται να προσθέσει την «Πολιτική της Κλιματικής Αλλαγής» (2009). Η νέα βάση οπτικής στερεί στους πολέμιους την πολιτική τους επιχειρηματολογία όπως επίσης και το αντεπιχείρημα περί κόστους. Τώρα πια, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία!

Όμως, πράγματι, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία; Ας είμαστε σαφείς ως προς αυτό: η οικονομία και η πολιτική της κλιματικής αλλαγής προϋποθέτει το «πρασίνισμα» των κοινωνιών. Χωρίς την πλειοψηφία πολύ διαφορετικών ομάδων ανθρώπων, οι οποίοι όχι μόνο μιλούν αλλά ενεργούν και ψηφίζουν υπέρ της πολιτικής για την κλιματική αλλαγή και, συχνά, εις βάρος του προσωπικού τους συμφέροντος, η πολιτική για το κλίμα είναι καταδικασμένη.
Μόνο όταν βρούμε τις απαντήσεις στο επείγον και, κατά κάποιο τρόπο, ερώτημα-ταμπού, πώς θα προκύψει η υποστήριξη από τη βάση, η οικονομική υποστήριξη από απλούς καθημερινούς ανθρώπους που ανήκουν σε διαφορετικές τάξεις, διαφορετικά έθνη, διαφορετικές πολιτικές ιδεολογίες, διαφορετικές χώρες, που πλήττονται και αντιλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο την κλιματική αλλαγή, τότε μόνον, η πολιτική για το κλίμα θα πάψει να αποτελεί μυθική χώρα της ουτοπίας.  Ο  ‘χαμένος κοινωνιολογικός κρίκος’ δεν αφορά στο τι θα έπρεπε ή τι θα μπορούσαμε να ήμαστε. Μακάρι  να έφταναν οι καλές προθέσεις!
Ο πυρήνας της κοινωνιολογικής διάστασης του ζητήματος είναι ο εξής: Από πού πρόκειται να έρθει η υποστήριξη για τις κλιματικές αλλαγές – υποστήριξη που σε πολλές περιπτώσεις θα υπονόμευε τον τρόπο που οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να ζουν, τις καταναλωτικές τους συνήθειες, την κοινωνική τους θέση και τις συνθήκες διαβίωσης σε μια εποχή, ήδη, μεγάλης  αβεβαιότητας; Ή, για να το θέσω με κοινωνιολογικούς όρους:  Πώς μπορεί μια κοσμοπολίτικη[1] αλληλεγγύη, πέρα από σύνορα και όρια, να γίνει πράξη; Πώς μπορούν να «πρασινίσουν» οι κοινωνίες, πράγμα που είναι προαπαιτούμενο στην επιτακτική, πλέον, διεθνική ( ή υπερεθνική) πολιτική για την κλιματική αλλαγή;

ΙΙ
Θέση δεύτερη: Υπάρχει στο βάθος μια σημαντική προϋπόθεση, η οποία συμβάλλει στη γενικότερη άγνοια των περιβαλλοντολογικών θεμάτων και, παραδόξως, είναι ενσωματωμένη στην εξειδίκευση της ίδιας της περιβαλλοντολογικής κοινωνιολογίας – αυτή ανήκει στην κατηγορία «Το περιβάλλον». Εάν το «περιβάλλον» περιλαμβάνει μοναχά ο,τιδήποτε δεν είναι άνθρωπος και κοινωνία, τότε η ονομασία είναι κοινωνιολογικά κενή νοήματος. Εάν συμπεριλαμβάνει τη δράση του ανθρώπου και την κοινωνία, τότε είναι επιστημονικά εσφαλμένη και πολιτικά αυτοκαταστροφική.  

Στην αναζήτηση της κοινωνιολογίας στο θέμα της κλιματικής αλλαγής, έρχεται στο νου η φράση του Μαξ Βέμπερ «…ώσπου και ο τελευταίος τόννος ορυκτών καυσίμων να γίνει στάχτη» [bis der letzte Zentner fossilen Breenstoffs verglüht ist]. Αυτό είναι κάτι παραπάνω από μια απλή μεταφορά. Κατά τον Βέμπερ, ο βιομηχανικός καπιταλισμός προκαλεί μια ακόρεστη δίψα για φυσικούς πόρους, η οποία υποσκάπτει τις ίδιες τις αναγκαίες υλικές προϋποθέσεις της. Ένα ‘οικολογικό κείμενο, πίσω από το κείμενο΄ περιμένει να το ανακαλύψουμε στα γραπτά του Βέμπερ (ο Μαξ Βέμπερ για τον 21ο αιώνα και την εποχή της κλιματικής αλλαγής).
Ή, για να το πούμε αλλιώς,, έναν πρώιμο ανακλαστικό εκσυγχρονισμό: οι «δάφνες» της σύγχρονης καπιταλιστικής απόδοσης, αφανείς και ανεπιθύμητες, και η παγκόσμια κρίση της κλιματικής αλλαγής σε συνδυασμό με τις φυσικο-κοινωνικές –άνισα διανεμημένες– καταστροφικές συνέπειές της για όλη την ανθρωπότητα. Από αυτό το πρώιμο παράδειγμα οικολογικού διαφωτισμού μπορούμε να διδαχθούμε αρκετά πράγματα.

Δεν είναι αλήθεια (όπως πολλοί κοινωνιολόγοι που ασχολούνται με το περιβάλλον διατείνονται μελαγχολικά π.χ., ο Lever Tracy, 2008) ότι η τρέχουσα κοινωνιολογία αγνοεί την κλιμακούμενη κλιματική αλλαγή. Πράγματι, υπάρχουν εμπνευσμένες διορατικές απόψεις και μοντέλα εννοιών στην κοινωνιολογία κλιματικής αλλαγής που περιμένουν να ανακαλυφθούν στα γραπτά κλασσικών συγγραφέων κοινωνιολογίας, όπως των Βέμπερ, Μαρξ, Ντιούι, Μιντ, Ντουρκχάιμ, Ζίμμελ και άλλων. Όπως ο Βέμπερ, έτσι και ο Ντιούι (1988) έκανε λόγο για τα «απόβλητα» του αμερικανικού καπιταλισμού και πιθανή «εξάντληση» των φυσικών πόρων.
Αυτό καταδεικνύει πως οι ιδρυτές της κοινωνιολογίας εγνώριζαν όντως την ανεξέλεγκτη δυναμική της μετεξέλιξης του καπιταλισμού, η οποία αλλάζει και απειλεί τα ίδια του τα θεμέλια και το πλαίσιο αναφοράς του: γνώριζαν για την μη-γραμμική, αποσπασματική  αλλαγή, για την αλλαγή της  αλλαγής, για τους αβέβαιους καιρούς που σηματοδοτούν την -μετά τις αλλαγές- εποχή. Όμως υπάρχει μια σημαντική απόκλιση εστίασης και πλαισίου το οποίο φαίνεται να μην υπάρχει στην «περιβαλλοντική» κοινωνιολογία.
Δεν είναι το περιβάλλον αλλά η  ίδια η σύγχρονη κοινωνία που μεταμορφώνεται διαρκώς από τις μη ορατές συνέπειες της ακόρεστης δίψας για εκμετάλλευση περισσότερων φυσικών πόρων.

Ο ορίζοντας αυτός της εξαιρετικά αντιφατικής διαδικασίας εκσυγχρονισμού κάπου χάθηκε στους κοινωνιολόγους της μεταπολεμικής γενιάς. Ο Μπελ εξέδωσε τα  «Όρια στην ανάπτυξη» και την «Αποκαλυπτική υστερία του οικολογικού κινήματος» (1999: 487). Αυτός και ο Τάλκοτ Πάρσονς επεσήμαναν με κατηγορηματικό τρόπο ότι «η σύγχρονη κοινωνία ζει ολοένα και περισσότερο εκτός φύσης», ότι δηλαδή, το περιβάλλον παρεμβάλλεται στις τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις και, ως εκ τούτου, τα προβλήματα πόρων και ενέργειας  θα διευθετηθούν με τεχνολογικές καινοτομίες και οικονομικές ανταλλαγές. (βλ. Davis, 1963, Parsons, 1965, Rostow,1959).

Στην πραγματικότητα, η συλλογιστική του μεταπολεμικού εκσυγχρονισμού προϋποθέτει το διαχωρισμό των φυσικών από τις ανθρωπο-κοινωνιολογικές δυνάμεις (οι τελευταίες εκλαμβάνονται ως αυτό που πρέπει να αποφασισθεί για να αποφευχθεί η καταστροφή), όμως η κλιματική αλλαγή δείχνει και ενισχύει το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, την επερχόμενη επέκταση και εμβάθυνση των συνδυασμών, των συγχύσεων και της ανάμειξης της φύσης με την κοινωνία. Καθιστά φαιδρή τη βάση λογικής ότι κοινωνία και φύση διαχωρίζονται και ότι αλληλοαποκλείονται.
Ακριβώς αυτή η παραδειγματική αλλαγή από το «ή το ένα ή το άλλο» στο «και το ένα και το άλλο» αποτελεί την κύρια άποψη με την οποία ένας αυξανόμενος αριθμός θεωρητικών της επιστήμης άρχισε από το 1980 να επικρίνει και να απορρίπτει τους μεταπολεμικούς θεωρητικούς του μοντερνισμού (Latour, Urry, Adam, Giddens, τον γράφοντα και άλλους).

Προκύπτει επαγωγικά  μια σημαντική προβληματική συσχέτιση: η υπερβολική χρήση της έννοιας «κλιματική πολιτική» αποδυναμώνει ή «ευνουχίζει» την κλιματική πολιτική. Αγνοεί το γεγονός ότι η κλιματική πολιτική δεν αφορά τόσο το κλίμα αλλά την μεταμόρφωση των βασικών εννοιών και των θεμελιωδών συμπεριφορών της πρώτης βιομηχανικής, σε επίπεδο εθνικών κρατών, νεωτερικότητας.

Έτσι λοιπόν προκύπτει το ερώτημα, τι είναι η κλιματική αλλαγή. «Είναι ο ανακλαστικός εκσυγχρονισμός, ηλίθιοι!» (Latour, 2008) ή για να το θέσουμε ως ερώτημα: «Πώς δημιουργούμε μια “πράσινη” νεωτερικότητα;»

ΙΙΙ
Αν θέλουμε να εντάξουμε την κλιματική αλλαγή στην καρδιά της κοινωνιολογίας και της πολιτικής πρέπει να δούμε πως συνδέεται εσωτερικά με την δύναμη και την αντικρουόμενη δυναμική των κοινωνικών ανισοτήτων: από πού πηγάζει η δύναμη και η αντίσταση κατά της  κλιματικής πολιτικής;

Θέση τρίτη: Κοινωνικές ανισότητες και κλιματική αλλαγή είναι οι δύο όψεις του ίδιου  νομίσματος. Δεν μπορούμε να συλλάβουμε πλέον την έννοια της ανισότητας και της εξουσίας χωρίς να λάβουμε υπόψη τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, και δεν μπορούμε να ορίσουμε την κλιματική αλλαγή δίχως να συνυπολογίσουμε τον αντίκτυπό της στις κοινωνικές ανισότητες και την εξουσία.

Δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία ότι η κλιματική αλλαγή παγκοσμιοποιεί και επιδρά ριζικά στις κοινωνικές ανισότητες εντός εθνικού πλαισίου αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα. Το ίδιο συμβαίνει και με την κλιματική πολιτική. Διαχωρίζει τους νικητές από τους χαμένους, τις μικρές ομάδες υποστηρικτών από τις μεγάλες ομάδες πολέμιων και γενικότερα επηρεάζει κάθε έδαφος διαχωρισμού. Για να διερευνήσουμε το θέμα ενδελεχώς, είναι απαραίτητο να διασπάσουμε τη στενή παραπλανητική δομή που περιορίζεται στο «ακαθάριστο “κοινωνικό” προϊόν»[2] και το «κατά κεφαλήν εισόδημα», στα οποία το πρόβλημα της κοινωνικής ανισότητας συνήθως εδράζεται.
Αντιστοίχως, η έρευνά μας πρέπει να επικεντρωθεί στη μοιραία διασύνδεση φτώχειας, ευαλωτότητας των κοινωνιών, διαφθοράς, συσσώρευσης κινδύνων με την απώλεια αξιοπρέπειας σε παγκόσμια κλίμακα.

Η γεωγραφική περιοχή που περισσότερο πλήττεται απ’ αυτό είναι η ζώνη Σαχέλ, νοτίως της Σαχάρας,  πέραν των επικρατειών νήσων όπως οι Μαλδίβες οι οποίες πρόκειται να εξαφανιστούν κάτω από τα κύματα. Στο Σαχέλ, οι φτωχότεροι ανάμεσα στους φτωχούς ζουν στο χείλος της αβύσσου και η κλιματική αλλαγή –για την οποία δεν φέρουν ουδεμία ευθύνη– θα τους εξωθήσει σε πλήρη κατάρρευση.

Η νέα κοινωνιολογία για τις κοινωνικές ανισότητες δεν μπορεί πλέον να διαχωρίζει τον εαυτό της από την παγκοσμιοποίηση της κοινωνικής ισότητας. Ακόμα και αν οι ανισότητες δεν διευρύνονται, οι προσδοκίες για ισότητα ολοένα αυξάνουν και, καθ’ οδόν, αποσταθεροποιούν και καθιστούν άκυρη τη διάθρωση των εθνικών και παγκόσμιων ανισοτήτων.
Τα αναπτυσσόμενα κράτη διαρκώς δυτικοποιούνται κατοπτρίζοντας την πλάτη της Δύσης στο εαυτό της, έτσι ώστε η «ισότητα» στην περιβαλλοντική καταστροφή να οδηγεί στην αυτοκαταστροφή του πολιτισμού. Η ταύτιση, ή άλλως, η σύγκρουση, από τη μια πλευρά, των αυξανόμενων προσδοκιών για ισότητα σε παγκόσμια κλίμακα (ανθρώπινα δικαιώματα) με τις αυξανόμενες, παγκοσμίως και σε επίπεδο εθνών, ανισότητες, δηλαδή, με τις ριζικά άνισες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής καθώς και η κατανάλωση των φυσικών πόρων, από την άλλη, θα μπορούσε πολύ σύντομα να κατεδαφίσει όλο το σύστημα λογικής περί περιορισμού των ανισοτήτων σε εθνικό επίπεδο, όπως ακριβώς συνέβη με τον κυκλώνα «Κατρίνα» που σάρωσε τα σπίτια των φτωχών στη Ν.Ορλεάνη.

Η νέα κοινωνιολογία για τις κοινωνικές ανισότητες δεν μπορεί πια να βασίζεται στη λογική ότι το εθνικό πεδίο και το διεθνές είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Η εξίσωση της κοινωνικής με την εθνικές ανισότητες, τις οποίες ο μεθοδολογικός εθνικισμός ασπάζεται, έχει γίνει η -κατ’ εξοχήν- πηγή σφαλμάτων.

Ο θεμελιώδης πυλώνας της κοινωνιολογίας, δηλαδή, η διάκριση των κοινωνικών από τις φυσικές ανισότητες, θεωρείται σαθρός. Οι καταστάσεις και οι ευκαιρίες στη ζωή, που μέχρι πρότινος αξιολογούνταν στον ορίζοντα των ανισοτήτων περιορισμένων σε ένα κράτος-έθνος, μεταμορφώνονται σε καταστάσεις και ευκαιρίες για επιβίωση στην κοινωνία του παγκόσμιου ρίσκου. Η κατηγοριοποίηση κατά βαθμό ευαλωτότητας γίνεται καίρια σε αυτό το σημείο.
Ενώ ορισμένες χώρες ή ομάδες είναι σε θέση να απορροφήσουν σε κάποιο βαθμό τις επιπτώσεις από τους τυφώνες, τις πλημμύρες  και ούτω καθεξής, άλλες χώρες, μη προνομιούχες στην κλίμακα της κοινωνικής ευαλωτότητας, βιώνουν την κατάρρευση της ανθρωπο-κοινωνιολογικής (διά)ταξης και την κλιμάκωση της βίας (Beck, 2009, κεφ.10).

Οποιοσδήποτε θεωρεί αυτές τις τρεις παραμέτρους αλληλένδετες βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα παράδοξο: όσο περισσότεροι είναι οι κανόνες ισότητας που αναγνωρίζονται παγκοσμίως, τόσο πιο δυσεπίλυτο καθίσταται το κλιματικό πρόβλημα αλλά και πιο καταστροφικές οι κοινωνικο-οικολογικές ανισότητες. Καθόλου ευοίωνη προοπτική! Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο αναλλοίωτος ρεαλισμός, ανοιχτός στον κόσμο, που ορίζεται από τη έννοιά μου της «κοσμο-πολίτικης θεώρησης». Δεν πρόκειται για επίσημη ρητορεία που αξιώνει παγκόσμια πατρότητα, αλλά για όξυνση των αντιλήψεων για την καθημερινή ζωή, την πολιτική, τη διανόηση ως προς την ανεξέλεγκτη εκρηκτική δύναμη της κοινωνικής ανισότητας στην εποχή της κλιματικής αλλαγής.

Ωστόσο, όλα αυτά δεν είναι παρά μόνο η μισή αλήθεια.

...συνεχίζεται στο 'B Mέρος 


[1] (ΣτΜ) Κοσμοπολιτισμός : κόσμος – πόλις. Δηλαδή, ο άνθρωπος πρέπει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μέλος του κόσμου (της φύσης και της ανθρωπότητας) αλλά και ως ξεχωριστό -με ιδιαιτερότητες- μέλος της πόλεως, αποδεχόμενος τον άλλον ως ίσο και διαφορετικό.

[2] Gross social product

Ευχαριστούμε τον κ. Ούλριχ Μπεκ για την παραχώρηση της άδειας για τη δημοσίευση του άρθρου.
Ο Ούλριχ Μπεκ είναι κοινωνιολόγος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και στο London School Of Economics.

Μετάφραση: Άννα Μανδάλου

5 Οκτωβρίου 2010

Φωτό:Wikimedia

 

Social Media

Photo Gallery

Διαφήμιση
Σόλων, για τη Σύνθεση και τον Οικολογικό Πολιτισμό - Copyright © 1990-2012 - Επικοινωνία